ευτύχημα

το (ΑΜ εὐτύχημα) [ευτυχώ]
ευτυχές γεγονός, καλοτυχία, καλή τύχη, ευτυχής σύμπτωση ή περίπτωση («είναι ευτύχημα που δεν τόν συνάντησα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐτύχημα — piece of good luck neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευτύχημα — το, ατος το αποτέλεσμα του ευτυχώ, ευτυχές γεγονός, εξαιρετικά καλή περίπτωση: Είχε το ευτύχημα να απουσιάζει την ώρα εκείνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευτύχημα — [эфтихима] ουσ. о. счастье, счастливый случай …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εὐτύχημ' — εὐτύχημα , εὐτύχημα piece of good luck neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχημάτων — εὐτύχημα piece of good luck neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχήμασι — εὐτύχημα piece of good luck neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχήμασιν — εὐτύχημα piece of good luck neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχήματα — εὐτύχημα piece of good luck neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχήματι — εὐτύχημα piece of good luck neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτυχήματος — εὐτύχημα piece of good luck neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.